Υγεία

Υγεία

728x90 AdSpace

ΣΕ ΤΙΤΛΟΥΣ

Από το Blogger.
Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

Η ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΕΧΕΙ ΠΡΩΤΟΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ!





Ο άνθρωπος βρίσκεται συνεχώς σε μία αέναη αναζήτηση για να κατανοήσει τι πραγματικά είναι o ίδιος, ποιά είναι η σχέση του με όλα τα άλλα που απαρτίζουν τον ορατό και αόρατο κόσμο, τι απογίνεται μετά το θάνατό του και τόσα άλλα θεμελιώδη ερωτήματα.

 


Πρόσφατα μέσα από τις εξελίξεις της Κβαντικής, κυρίως, φυσικής ο άνθρωπος έχει αρχίσει να κατανοεί πράγματα που για τα περισσότερα χρόνια της μακράς πορείας του φαίνονταν αδιανόητα, όπως ότι αυτός είναι ο «δημιουργός» της πραγματικότητας που είναι ουσιαστικά μία ψευδαίσθηση και συνεπώς, όσον αφορά τον κόσμο, «υφίσταται» κάτι άλλο που δεν υπακούει στις γνωστές χωροχρονικές συντεταγμένες. Σήμερα, δηλαδή, μέσα από τη σύγχρονη επιστημονική θεώρηση, είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι ο κόσμος μας δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένα ψευδαισθητικό κατασκεύασμα του νου μας και επίσης ότι αυτός ο κόσμος στην ουσία είναι μια πλάνη που δεν ανταποκρίνεται σε τίποτα αντικειμενικό, αλλά βασίζεται στη σκέψη μας, αφού αυτή είναι που επεξεργάζεται τις εντυπώσεις μας και τις πληροφορίες που εισέρχονται στον εγκέφαλό μας, μέσω των αισθήσεών μας, φθάνουν στη νοητική οντότητα της ύπαρξής μας και τελικώς εκεί γίνεται η σύνθεση αυτού που αντιλαμβανόμαστε σαν αισθητό κόσμο.
Το πιο εκπληκτικό από αυτήν την εξέλιξη της σύγχρονης νόησης είναι ότι τώρα συνδέονται η αρχαία σοφία με τη σύγχρονη επιστήμη, αφού αυτήν ακριβώς τη θεώρηση για την ύπαρξη είχαν, απ' ότι έχει εκφρασθεί από πολλές πλευρές, και οι αρχαίοι Έλληνες σοφοί. Συγκεκριμένα:
Ο Ηράκλειτος πίστευε ότι ο άνθρωπος διαθέτει δύο όργανα για τη γνώση της αλήθειας, την αίσθηση και τον λόγο και από αυτά τη μεν αίσθηση τη θεωρούσε απατηλή, ενώ απεναντίας δεχόταν, σαν μοναδικό εργαλείο για την αληθινή γνώση, τον λόγο. Στο έργο του με τίτλο «Περί Φύσεως», ο Ηράκλειτος δηλώνει αποφθεγματικά: «Κόσμον τόνδε τον αυτὸν απάντων ούτε τις θεών ούτε ανθρώπων εποίησε, αλλʹ ήν αιεὶ καὶ έστι και έσται πύρ αείζωον, απτόμενον μέτρα και αποσβεννύμενον μέτρα», που σημαίνει «Αυτόν εδώ τον κόσμο, που είναι ίδιος για όλους, δεν τον έπλασε κάποιος θεός ή άνθρωπος, αλλά ήταν από πάντα και είναι και θα είναι αιώνια ζωντανή φωτιά, που ανάβει με μέτρο και σβήνει με μέτρο». Και σε ελεύθερη ερμηνεία: «Μην προσπαθείτε να αποδώσετε την ύπαρξη αυτού του κόσμου σε κάποιον θεό ή άνθρωπο, γιατί ο κόσμος αυτός, ίδιος για όλους ήταν, είναι και θα είναι πάντα αυθύπαρκτη ενέργεια που ταλαντώνεται ανάμεσα στην εκδήλωση σαν ύλη και την απόσυρση σαν ενέργεια».
Ο Παρμενίδης θεωρούσε ότι η φιλοσοφία εκφράζεται διπλά, με τη μια μορφή της να είναι σύμφωνη με την αλήθεια, ενώ η άλλη είναι φανταστική και θεωρούσε ότι μόνο ο λόγος είναι κριτήριο αλήθειας, αφού οι αισθήσεις δεν είναι ακριβείς. Επίσης, ότι η συστατική ουσία των πάντων είναι μία, ενιαία και αδιαίρετη (κατά την έκφρασή του: «Έν το πάν»), μη προσιτή στις αισθήσεις, αλλά προσιτή στη νόηση. Και στο ίδιο πνεύμα, έλεγε σχετικά: «ως αγένητον εὸν και ανώλεθρόν εστιν, εστι γαρ ουλομελές τε και τρεμὲς ηδ’ ατέλεστον ουδέ ποτ’ ήν ουδ’ έσται, επεί νύν έστιν ομού πάν, εν, συνεχές.» Δηλαδή: «Η ουσία του σύμπαντος είναι μία, αγέννητη, ακατανόητη, μονογενής τέλεια, ανεπανάληπτη. Δεν ήτανε ποτέ, ούτε θα είναι κάποτε, γιατί το τότε και το τώρα αποτελούν μαζί το παν, το ένα, τη συνέχεια. »
Ο Δημόκριτος θεωρούσε ότι υπάρχουν δύο μορφές γνώσης, μία γνήσια και μία νόθα και στη νόθα ανήκουν η όραση, η ακοή, η οσμή, η γεύση και η αφή.
Ο Αναξαγόρας έλεγε χαρακτηριστικά: «Όλα τα στοιχεία στην αρχή ήταν ανακατεμένα και συγκεχυμένα και όλα ήταν μέσα σε όλα. Αυτά που σήμερα είναι διαχωρισμένα, αποτελούσαν μια μάζα αδιαχώριστη και ήρεμη και το μίγμα αυτό δεν θα έβγαινε από την ηρεμία του, αν ο νους δεν έδινε σε αυτό την κίνηση και δεν το διαχώριζε».
Ο προκλασικός φιλόσοφος Εμπεδοκλής περίκλειε στο ποίημα του «Περί φύσεως» και ειδικότερα στον στίχο 17 την πεμπτουσία της σύγχρονης Κβαντικής Φυσικής: «Διπλ' έρρέω∙ τοτέ μέν γάρ έν ηύξήθη μόνον είναι, έκ πλεόνων, τοτέ δ' αύ διέφυ πλέον έξ ενός είναι. Διοί δέ θνητών γένεσης, δοιή δ' απόλειψις∙ τήν μέν γάρ πάντων σύνοδος τίκτει τ' ολέκει τε, ή δέ πάλιν διαφυομένων θρεφθείσα διέπτη. Και ταύτ' αλλάσσοντα διαμπερές ουδαμά λήγει, άλλοτε μέν φιλότητι συνερχόμεν' είς έν άπαντα, άλλοτε δ' αύ διχ' έκαστα φορεύμενα νείκεος έχθει. Ούτως ή μέν έν έκ πλεόνων μεμάθηκε φύεσθαι, ήδέ πάλιν διαφύοντος ενός πλέον έκτελέθουσι, τή μέν γίγνονταί τε καί ού σφισιν έμπεδος αίών∙ ή δέ διαλλάσσοντα διαμπερές ούδαμά λήγει, ταύτη δ' αίέν έασιν ακίνητοι κατά κύκλον». Δηλαδή: «Για κάτι διπλό θα σας μιλήσω, άλλοτε τα πολλά αυξάνονται σε ένα κι άλλοτε το ένα σε πολλά διαχωρίζεται. Διπλή είναι η γέννα των θνητών, διπλή και η απώλειά τους, από τη μιά όλων η συνένωση τη γέννηση φέρνει μαζί και τη φθορά, και από την άλλη όταν ολοκληρωθεί φεύγει μακρυά καθώς χωρίζουν. Κι’ αυτή η εναλλαγή δεν έχει τελειωμό, άλλοτε η αγάπη ενώνει τα πράγματα και τα κάνει ένα, κι’ άλλοτε η αντίθεση τα χωρίζει. Και όπως από τα πολλά μόνο το ένα φύεται, από το ένα πάλι που διασπάται πολλά γίνονται.  Έτσι όλα γεννιούνται και υπάρχουν και δεν έχουν σταθερή ζωή∙ κι' όσο η αδιάκοπη αυτή εναλλαγή ποτέ δεν σταματάει, τόσο αυτά υπάρχουν πάντοτε ακίνητα σε κύκλο».
Ο Πλάτων είχε διατυπώσει την άποψη ότι το Σύμπαν είναι φτιαγμένο έτσι, ώστε να γίνεται αντιληπτό μόνο από τη σκέψη και τη λογική και έτσι αναγκαστικά αυτός ο κόσμος πρέπει να είναι εικόνα κάποιου άλλου πραγματικού κόσμου. Αυτή η δοξασία του, άλλωστε, αποτυπώνεται πολύ καθαρά στη γνωστή «παραβολή του σπηλαίου», όπου πολύ παραστατικά με έναν μύθο περιγράφεται η μεγάλη άγνοια που έχει ο άνθρωπος για τον πραγματικό εαυτό του και τον αληθινό κόσμο. Αλληγορικά, μέσα από αυτόν τον μύθο, παρουσιάζεται ότι σε μία σπηλιά ζουν κάποιοι άνθρωποι αλυσοδεμένοι στα πόδια και τον λαιμό από την παιδική ηλικία τους και στον μόνο τοίχο, που βλέπουν μπροστά τους όλη τη ζωή τους, προβάλλονται οι σκιές και ακούγονται οι φωνές κάποιων άλλων ανθρώπων, που κινούνται ανάμεσα σε μία φωτιά και τον τοίχο χωρίς να φαίνονται οι ίδιοι. Έτσι οι αλυσοδεμένοι αυτοί άνθρωποι εκλαμβάνουν αυτές τις σκιές σαν κάτι το αληθινό και θεωρούν ότι αυτή είναι η μόνη πραγματικότητα που ζουν, ακριβώς όπως και ο «καταδικασμένος» από τη φύση του άνθρωπος, που βιώνει την πλάνη των αισθήσεων και του νου του σαν τη μόνη πραγματικότητα.
Κάτι που δείχνει τον υψηλό βαθμό επίγνωσης των αρχαίων Ελλήνων είναι ότι έβλεπαν το φυσικό σώμα του ανθρώπου όχι ως κάτι ξεχωριστό, όπως λανθασμένα κάνει η επιστήμη έως τώρα και ευτυχώς τείνει να αλλάξει με τις νεότερες επιστήμες, αλλά πάντοτε σε σχέση με την ψυχή που εδρεύει σ’ αυτό. Γι' αυτούς το σώμα είναι απλά το όργανο που αυτή χρησιμοποιεί και σώμα χωρίς ψυχή είναι κάτι αδιανόητο. Για τους Πυθαγόρειους και Πλατωνικούς η λέξη άνθρωπος σήμαινε κάτι πολύ περισσότερο από τον ορατό άνθρωπο και με τον όρο αυτόν εννοούσαν το πνεύμα και την ψυχή την ενσαρκωμένη προσωρινά στο ανθρώπινο σώμα, δηλαδή όπως έλεγε ο Πλάτων: «Άνθρωπος εστί ψυχή σώματι χρωμένη» (Πλάτων, Τιμαίος 42 D, Φαίδων 111 Α). Επίσης κατ’ αυτούς, η ψυχή έλκει την καταγωγή της από το νοητικό πεδίο, κατέχει διάμεση θέση μεταξύ νοητού και αισθητού και έρχεται να εμψυχώσει τα σώματα, γεννώντας τον χώρο και τον χρόνο. Και τέλος πολύ χαρακτηριστικά πρέσβευαν ότι η ψυχή αποτελεί τμήμα της παγκόσμιας ψυχής του κόσμου, η οποία μερίζεται σε ατομικές ψυχές, με σκοπό την απόκτηση της εμπειρίας του υλικού πεδίου.
Σαν επιστέγασμα σ’ αυτή τη σύντομη ανασκόπηση με τις πιο χαρακτηριστικές αναφορές αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων, που δείχνουν τη βαθειά γνώση τους για τον άνθρωπο και τον κόσμο, γνώση η οποία αναμφισβήτητα συγκλίνει απόλυτα με τα όσα η σύγχρονη επιστήμη πρεσβεύει, θα αναφέρουμε τον Απολλώνιο τον Τιανέα, που έχοντας απόλυτη επίγνωση της απώτερης ουσίας των πάντων, έλεγε στην επιστολή του προς τον Βαλέριο: «Θάνατος ουδείς ουδενός ή μόνον εμφάσει, καθάπερ ουδέ γένεσις ουδενός ή μόνον εμφάσει. Το μεν γαρ εξ ουσίας τραπέν εις φύσιν έδοξε γένεσις, το δε εκ φύσεως εις ουσίαν κατά ταυτά θάνατος ούτε γιγνομένου κατ΄αλήθειάν τινος, ούτε φθειρομένου ποτέ, μόνον δε εμφανούς όντος αοράτου τε ύστερον του μεν διά παχύτητα της ύλης, του δε διά λεπτότητα της ουσίας, ούσης μεν αιεί της αυτής, κινήσει δε διαφερούσης και στάσει. Τούτο γαρ που το ίδιον ανάγκηι της μεταβολής ουκ έξωθεν γενομένης ποθέν, αλλά του μεν όλου μεταβάλλοντος εις τα μέρη, των μερών δε εις το όλον τρεπομένων ενότητι του παντός». Δηλαδή: «Θάνατος και γέννηση  δεν υπάρχει για κανέναν, παρά μόνο φαινομενικά. Η μετατροπή της ουσίας σε φύση θεωρείται γέννηση, ενώ η μετατροπή της φύσης σε ουσία θεωρείται θάνατος. Ούτε γεννιέται αληθινά κάτι ούτε φθείρεται ποτέ, μόνο τη μία γίνεται φανερό και ύστερα γίνεται αόρατο και το μεν πρώτο συμβαίνει λόγω πύκνωσης της ύλης, το δε δεύτερο λόγω λέπτυνσης της ουσίας, η οποία είναι πάντα η ίδια και απλώς διαφέρει κατά την κίνηση και τη στάση. Και η μεταβολή αυτή δεν γίνεται αναγκαστικά από κάπου εξωτερικά, αλλά το μεν όλον μεταβάλλεται στα μέρη, τα δε μέρη στο όλον λόγω της ενότητας του παντός».

Η ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΕΧΕΙ ΠΡΩΤΟΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ!
  • Blogger Comments
  • Facebook Comments

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Item Reviewed: Η ΚΒΑΝΤΙΚΗ ΦΥΣΙΚΗ ΕΧΕΙ ΠΡΩΤΟΔΙΑΤΥΠΩΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΑΡΧΑΙΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ! Rating: 5 Reviewed By: Ioannis Davros
Top